λίπασμα


λίπασμα
[липазма] ουσ. о. удобрение.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λίπασμα" в других словарях:

  • λίπασμα — a greasy form of ulceration neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λίπασμα — το (Α λίπασμα) [λιπαίνω] νεοελλ. 1. φυσική ή τεχνητή ουσία που προστίθεται στο έδαφος για να αυξήσει τη γονιμότητά του και να συντελέσει στην ανάπτυξη και παραγωγικότητα τών φυτών (α. «φυσικά λιπάσματα» β. «χημικά [ή συνθετικά] λιπάσματα») 2. φρ …   Dictionary of Greek

  • λίπασμα — το, ατος φυσική ή τεχνητή ουσία που βοηθάει στην ανάπτυξη των φυτών: Η κοπριά είναι ζωικό λίπασμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λιπασμάτων — λίπασμα a greasy form of ulceration neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιπάσμασι — λίπασμα a greasy form of ulceration neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιπάσμασιν — λίπασμα a greasy form of ulceration neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιπάσματα — λίπασμα a greasy form of ulceration neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιπάσματι — λίπασμα a greasy form of ulceration neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιπάσματος — λίπασμα a greasy form of ulceration neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοπριά — Οργανικό λίπασμα, το οποίο αποτελείται από στερεά περιττώματα ζώων, αναμεμειγμένα με υποστρωματικό υλικό. Η χρήση της κ. ως λίπασμα είναι γνωστή από τα αρχαία χρόνια. Σήμερα, ωστόσο, χρησιμεύει περισσότερο ως βιοκαύσιμο στα θερμοκήπια και για την …   Dictionary of Greek